istos

Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου ένας στρατιώτης έχασε τη μονάδα του μέσα στον χαμό των εκρήξεων και των πυροβόλων. Έψαξε για τους συμπολεμιστές του αλλά προς μεγάλη του θλίψη δεν μπόρεσε να τους βρει. Είχε μείνει μόνος του σ' εκείνο τον τόπο. Άκουγε τους εχθρούς να έρχονται κατά το μέρος του. Απεγνωσμένα έψαχνε για καταφύγιο και κάποια στιγμή το μάτι του έπεσε σε κάποιες σπηλιές στα αντικρινά βράχια. Γρήγορα σκαρφάλωσε και χώθηκε σε μια από αυτές. Παρότι ήταν για την ώρα ασφαλής, διαπίστωσε ότι οι εχθροί δεν θα αργούσαν να σκαρφαλώσουν κι αυτοί, να ψάξουν τις σπηλιές να τον βρουν και να τον σκοτώσουν.
Όση ώρα περίμενε προσευχήθηκε στο Θεό: "Σε παρακαλώ Θεέ μου, αν θέλεις προστάτεψε με. Παρόλα αυτά ό,τι είναι θέλημα σου σε αγαπώ και σε εμπιστεύομαι". Όταν τέλειωσε την προσευχή του ξάπλωσε ήρεμος και άκουγε τους εχθρούς που πλησίαζαν. Σκέφτηκε: "Όπως βλέπω ο Θεός δεν πρόκειται να με βοηθήσει να γλυτώσω αυτή τη φορά".
Τότε παρατήρησε μια αράχνη που ξεκίνησε να υφαίνει τον ιστό της στην είσοδο της σπηλιάς."Χα!" σκέφτηκε, "αυτό που θέλω είναι πέτρες και τούβλα και ο Θεός μου έστειλε μια αράχνη και τον ιστό της. Μα τη πίστη μου ο Θεός έχει χιούμορ!".
Καθώς πλησίαζε ο εχθρός, από τη σκοτεινή μεριά της σπηλιάς έβλεπε τους στρατιώτες που εξερευνούσαν την μια σπηλιά ύστερα από την άλλη. Όταν έφτασαν στη δική του ήταν έτοιμος να δώσει την τελευταία του μάχη. Όμως προς μεγάλη του έκπληξη οι στρατιώτες έριξαν μόνο μια ματιά μέσα και συνέχισαν στην επόμενη. Τότε συνειδητοποίησε ότι, με τον ιστό στην είσοδο της σπηλιάς, φαινόταν ότι ήταν κλειστή εδώ και πάρα πολύ καιρό.
"Θεέ μου, συγχώρεσε με" είπε ο νεαρός στρατιώτης. "Είχα ξεχάσει ότι ο ιστός της αράχνης είναι πιο δυνατός από ένα τοίχο φτιαγμένο από τούβλα"!

kapodistrias

Ο Καποδίστριας, και όταν ήταν υπουργός των Εξωτερικών της Ρωσίας και μεσουρανούσε στην ευρωπαϊκή διπλωματία αλλά και στη διεθνή -εφόσον είχε επί χρόνια ασχοληθεί και με τις πολιτείες της Αμερικής και με την Περσία και με άλλες ασιατικές χώρες-, έστελνε συνεχώς στην αγωνιζομένη Ελλάδα πολεμοφόδια και τρόφιμα και σπούδαζε με δικές του δαπάνες πολλούς Ελληνόπαιδες στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, για να προετοιμάζει τους μορφωμένους επιστήμονες σε όλους τους κλάδους που θα επάνδρωναν τις διάφορες υπηρεσίες του ελληνικού κράτους μόλις θα ελευθερωνόταν από την τουρκική καταδυνάστευση…

Όταν το 1822 υπέβαλε την παραίτησή του από το υπουργείο, ο τσάρος Αλέξανδρος δεν τη δέχθηκε και του έδωσε άδεια επ ἀόριστον με όλα όμως τα προνόμια του αξιώματός του, εφόσον τυπικά το διατηρούσε. Στη Γενεύη που εγκαταστάθηκε έπρεπε να κατοικήσει σε «ένα μέγαρο, να έχει τέσσερις άμαξες και ικανόν υπηρετικόν προσωπικόν». Ο Καποδίστριας κατοικούσε σε «δύο πτωχικά δωμάτια, είχε μόνο μία άμαξα και έναν υπηρέτη». Όταν οι πάντες, διπλωμάτες, αριστοκράτες και απλοί άνθρωποι τον ρωτούσαν κατάπληκτοι, εκείνος απαντούσε:

«Όταν αφού εκτύπησα πρώτον τας θύρας των μεγάρων των πλουσίων ηναγκάσθην κατόπιν να κτυπήσω και τας θύρας των πτωχών ζητώντας τον οβολόν τους προκειμένου να στείλω τρόφιμα και πολεμοφόδια εις τον αγωνιζόμενον ελληνικόν λαόν έπρεπε να ημπορώ να τους λέγω: Έδωσα πρώτος εγώ τα πάντα. Κανόνισα να μη εξοδεύσω δια τον εαυτό μου και δια τον υπηρέτην μου περισσότερα, από 60 φράγκα τον μήνα. Όλον τον άλλον μισθόν μου τον στέλνω στην Ελλάδα…». Όταν έφτασε στην Ελλάδα ως κυβερνήτης του ελληνικού κράτους προσφέρθηκαν να του δώσουν ανάλογο οίκημα ως κατοικία. Ο Καποδίστριας δεν το δέχτηκε. Ήθελε να ζει απλά συμμεριζόμενος την κατάσταση που επικρατούσε τότε στη χώρα. Με δικά του έξοδα διόρθωσαν απλές οικίες στην Αίγινα και στον Πόρο, «χωρίς καμιάν επιβάρυνση των ιδιοκτητών». Έδωσε εντολή να μην ανοίξουν τις αποσκευές που έφερε από τη Γενεύη και επίπλωσε το σπίτι που έμενε με «σιδηράν κλίνην και ξύλινον τραπέζιον». Γι αὐτὸ ο αντικαποδιστριακός Γερμανός ιστορικός Μέντελσον-Μπαρτόλντι, όταν επισκέφτηκε τον Καποδίστρια έγραψε: «Ο μόνος στολισμός του κυβερνητικού… «μεγάρου» είναι ο λαμπρός ήλιος της Ελλάδας και η λατρεία των Ελλήνων, με την οποία δικαίως τον περιβάλλουν».

Όλα τα επίσημα ενδύματα δεν τα φόρεσε ποτέ. Ο γραμματέας του, Νικόλαος Δραγούμης, διηγείται το περιστατικό που συνέβη κατά την πρώτη περιοδεία που έκανε στην Κόρινθο, αμέσως μετά την άφιξή του.

Της όλης κυβερνητικής πομπής προηγούνταν ο ταχυδρομικός διανομέας Καρδάρας, που ήταν ενδεδυμένος με βελούδινο χρυσοκέντητο σεγκούνι. Ακολουθούσε έφιππος ο Κυβερνήτης, ντυμένος απλούστατα και κάτισχνος από την ταλαιπωρία και την κακήν διατροφή. Ο λαός που είχε παραταχθεί αυθόρμητα, νομίζοντας ότι ο Κυβερνήτης του ήταν ο λαμπροφορεμένος διανομέας, τον χειροκροτούσε με αμέτρητες εκδηλώσεις αγάπης. Στην αρχή όλοι διασκέδασαν. Ο Κολοκοτρώνης, όμως, δεν το άντεξε. Πλησίασε τον Καποδίστρια και του είπε ότι ο λαός έπρεπε να γνωρίσει τον Κυβερνήτη του.

- Και τι θέλεις να κάμνω, Θεοδωράκη; απήντησε ο Καποδίστριας.

- Η υπερεξοχότης σου να ενδυθεί την κυβερνητική της στολή.

Και ο Δραγούμης προσθέτει: «Οδήγησαν τον Κυβερνήτη εις τι παρακείμενον χάνιον και τον ηνάγκασαν να ενδυθεί την στολή ήτις ουδαμώς διέφερεν της των δασονόμων της αντιβασιλείας!…».

Ο γιατρός του, βλέποντας τον τόσον καταβεβλημένο από τους αδιάκοπους μόχθους και αγώνες, του συνέστησε αυστηρά ότι έπρεπε να βελτιώσει την τροφή του. Και ο Καποδίστριας απάντησε: «Ουδέποτε θα επιτρέψω στον εαυτό μου βελτίωση της τροφής, παρά μόνον τότε όταν θα είμαι βέβαιος ότι δεν υπάρχει ούτε ένα Ελληνόπουλο που να πεινάει…».

Το Πανελλήνιο και η Γερουσία δύο φορές ψήφισαν τον μισθό που έπρεπε να δίνεται στον Κυβερνήτη. Και τις δύο φορές ο Καποδίστριας αρνήθηκε να δεχθεί μισθό.

«…Είμαι ευτυχής διότι ηδυνήθην να προσφέρω… δια την εθνικήν ανεξαρτησίαν και ελευθερίαν, δι αὐτὸ το τόσον θεάρεστον έργον, τα λείψανα της μετρίας καταστάσεώς μου εις το θυσιαστήριον της πατρίδας… Δια τον αυτόν τούτον λόγον θέλη αποφεύγει και ήδη να δεχθή την προσδιοριζόμενην ποσότητα δια τα έξοδα του αρχηγού της Επικρατείας, απεχόμενος, εν όσω τα ιδιαίτερά μου χρηματικά μέσα μου επαρκούν από το να εγγίσω μέχρι οβολού τα δημόσια χρήματα προς την ιδίαν μου χρήσιν… Αποστρέφομαι το να προμηθεύω εις τον εαυτόν μου τας αναπαύσεις του βίου, αι οποίαι προϋποθέτουν την ευπορίαν, ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων περικυκλωμένοι από πλήθος ολόκληρον ανθρώπων βυθισμένων εις την εσχάτην αμηχανίαν… Ελπίζω ότι όσοι εξ ὑμῶν συμμετάσχουν εις την κυβέρνησιν θέλουν γνωρίσει μετ ἐμοῦ ότι εις τας παρούσας περιπτώσεις όσοι ευρίσκονται εις δημόσια υπουργήματα δεν είναι δυνατό να λαμβάνουν μισθούς ανάλογους με τον βαθμό του υψηλού υπουργήματος των και με τας εκδουλεύσεις των, αλλ ὅτι οι μισθοί ούτοι πρέπει να αναλογούν ακριβώς με τα χρηματικά μέσα, τα οποία έχει η κυβέρνησις εις την εξουσίαν της». (Ο Καποδίστριας προς την Δ’ Εθνικήν Συνέλευση, Άργος 4 Αυγούστου 1829).
...μας λείπουν τα πρότυπα! Έπαψε ο τόπος να γεννά πατριώτες; Τότε πώς θα βρει και ηγέτες;

ki auto tha perasi

Να γλυτώσουμε από τον ιό αλλά να μην πεθάνουμε από το φόβο μας.
Τις μέρες αυτές ζούμε μια συνεχή φρίκη. Και δεν αναφέρομαι στη πανδημία αυτή καθ’ εαυτή, αλλά στην τρομοκρατία που μας ασκείται από όλες τις κατευθύνσεις με αφορμή τον κορονοϊό. Τα ΜΜΕ στα δελτία ειδήσεων απειλούν με φρικτό θάνατο. Δείχνουν εικόνες από Μονάδες Εντατικής Θεραπείας με κρεβάτια και ράντζα, ασθενείς διασωληνωμένους και ιατρούς και νοσηλευτές έτοιμους να καταρρεύσουν. Φωτογραφίες από υγειονομικό προσωπικό κυριολεκτικά εξουθενωμένο. Κλειστά στρατιωτικά φορτηγά σε μεγάλη σειρά που μας πληροφορούν ότι μεταφέρουν φέρετρα. Ειδικούς που με ανάλογο ύφος, ενώ μας συνιστούν ψυχραιμία, μας απειλούν ότι αν δε λάβουμε μέτρα θα έχουμε εκατόμβες θυμάτων. Διεκτραγωδούν την κατάσταση και μας απειλούν ότι θα κρατήσει όχι εβδομάδες αλλά μήνες και χρόνια. Την κυβέρνηση να περικόπτει συνεχώς με «υπεύθυνη» άνεση ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες που ούτε το πιο ανελεύθερο δικτατορικό καθεστώς δε θα τολμούσε να κάνει. Τους εκπροσώπους της να παίζουν το ρόλο του καλού και του κακού. Ο αγαθός, σεμνός επιστήμονας αναλύεται σε λυγμούς όταν αναφέρεται στους γέροντες που θα πρέπει να αφεθούν να πεθάνουν αν δεν γίνουμε υπεύθυνοι και υπάκουοι και ο κακός να μας απειλεί ότι οι ουρές στα διόδια μπορεί να μεταβληθούν σε ουρές πτωμάτων. Οι εκκλησίες έκλεισαν, η Θεία Κοινωνία καταργήθηκε και κάποιοι Ιεράρχες αντί να μας συμπαραστέκονται πνευματικά και να μας υποστηρίζουν με λόγια πίστης, μας εξηγούν πως να πλένουμε τα χέρια μας και να φοράμε τη μάσκα μας. Ο εθνικός διαφημιστής μας μετά το ευρώ, τώρα μας καλεί να μείνουμε μέσα για να ζήσουμε.

Γίνομαι αποδέκτης των αποτελεσμάτων αυτής της έκθεσης στη φρίκη. Τα ξημερώματα χτυπάει το τηλέφωνο και φωνές από την άλλη πλευρά της γραμμής, κλαίγοντας περιγράφουν άσχετα συμπτώματα και το φόβο τους ότι ήρθε το τέλος. «Γιατρέ έβηξα τρεις φορές λες να κόλλησα;» «Έχω τέσσερις μέρες να κοιμηθώ και έχω ταχυπαλμίες. Είναι κορονοϊός αυτός;» «Βάζω συνεχώς θερμόμετρο στον πατέρα μου και είναι απύρετος, αλλά τώρα έχει 37. Μήπως κόλλησε και τον χάσω;» Οι άνθρωποι είναι τρομαγμένοι. Και αυτοί που βγαίνουν στους δρόμους και τις παραλίες και τους πυροβολούν τα ΜΜΕ τρομαγμένοι είναι. Θέλουν να γυρίσουν στην παλιά ζωή τους, αυτή που αισθάνονται ότι χάθηκε πια και να αισθανθούν ότι θα ζήσουν. Και όσο κάνουν τέτοιες ακίνδυνες (τις περισσότερες φορές) για τους ίδιους και τους γύρω τους προσπάθειες, τόσο η Κυβέρνηση τους ενοχοποιεί: «Αν τα πράγματα δεν πάνε καλά εσείς θα φταίτε».

Λοιπόν ας πούμε αλήθειες. Υπάρχει βέβαια και η Ιταλία που στο Βορρά της μετά από μια σειρά αστοχιών έχει μεγάλο ποσοστό κρουσμάτων και θανάτων αλλά υπάρχει και η Γερμανία που με 20.000 κρούσματα έχει 70 θανάτους. Τι συμβαίνει λοιπόν; Τι δε μας πολυτονίζουν και γιατί τόση μαζική φρίκη; Η Ιταλία είναι ένα δείγμα του τι μπορεί να συμβεί όταν η πολιτική ηγεσία καθεύδει. Με χιλιάδες Κινέζους που εργάζονται στους οίκους μόδας και τις τουριστικές επιχειρήσεις του πλούσιου Βορρά να επιστρέφουν από την Κινέζικη πρωτοχρονιά τον Ιανουάριο, με τις προτάσεις για καραντίνα να απορρίπτονται ως «ρατσιστικές», με την εβδομάδα μόδας στο Μιλάνο και το καρναβάλι στη Βενετία να συγκεντρώνουν πολλές χιλιάδες ανθρώπων από όλο τον κόσμο, με την τουριστική περίοδο λόγω καλοκαιρίας να είναι στα πάνω της, με ένα γερασμένο πληθυσμό και ένα σύστημα υγείας διαλυμένο λόγω οικονομικής κρίσης, το αποτέλεσμα είναι δεδομένο. Φωτιά στο μπαρούτι. Χιλιάδες ασυμπτωματικοί φορείς που κυκλοφορούσαν ανύποπτοι και μετέφεραν τη νόσο στους ευπαθείς αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το πράγμα ξέφυγε. Οι άνθρωποι πια πεθαίνουν στο δρόμο γιατί δεν υπάρχουν υποδομές να τους υποστηρίξουν. Έγινε από ολιγωρία το πείραμα που έκανε ο Τζόνσον στη Βρετανία, μόνο που αυτός τουλάχιστον είπε να κλείσουν τους ηλικιωμένους μέσα. Η Ιταλία είναι ένα παράδειγμα κακής διοίκησης και όχι κακών πολιτών ή ενός τρομακτικού ιού.

Η Γερμανία από την άλλη, τον ίδιο ιό αντιμετωπίζει, οργανωμένη, με σοβαρότητα, με επάρκεια τεστ, με ένα σύστημα υγείας οργανωμένο, μπόρεσε όπως φαίνεται μέχρι αυτή τη στιγμή να ελέγξει τη νόσο. Γιατί εκεί βρίσκεται το μυστικό. Να γνωρίζουμε τους ασυμπτωματικούς για να προστατεύσουμε τους ευπαθείς. Και όσοι χρειαστούν υποστήριξη να μπορούν να βρουν κρεββάτι σε νοσοκομείο και ΜΕΘ.

Στην Ελλάδα έχουμε ένα πλεονέκτημα και ένα μειονέκτημα. Το πλεονέκτημα είναι ότι προηγήθηκε η Ιταλία και έτσι πήραμε μέτρα. Θα μπορούσαμε βέβαια να έχουμε προστατευθεί από όσους γύριζαν από χώρες όπως η Κίνα και η Ιταλία, αλλά τότε κάποιοι υπουργοί που τώρα μας κουνούν το δάκτυλο, έλεγαν απευθυνόμενοι στους Κινέζους ότι πρέπει να εκτιμήσουν ότι δεν σταματήσαμε τις πτήσεις, δεν τους περιορίζουμε αλλά τους αγαπάμε και να μας προτιμήσουν το καλοκαίρι ως τουριστικούς προορισμούς. Παρ’ όλα αυτά. Πήραμε μέτρα. Αυτό είναι καλό. Το μεγάλο μειονέκτημα όμως είναι το εγκαταλελειμμένο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Γερασμένο και κουρασμένο γιατί χρόνια έχει να γίνει ανανέωση του προσωπικού και της υλικοτεχνικής υποδομής, συρρικνωμένο για να εξοικονομηθούν χρήματα στο πλαίσιο των μνημονίων και άλλων αναγκών. Μέχρι πριν λίγους μήνες συζητούσαμε αν θα προσληφθούν οι ιατροί των Τμημάτων Επειγόντων γιατί τη διαδικασία είχε κάνει η προηγούμενη κυβέρνηση και καθυστερούσαμε εβδομάδες. Τώρα τους κάναμε ήρωες και τους δίνουμε και δώρο Πάσχα. Κάνουμε προσλήψεις εξπρές. Η ίδια ηγεσία. Υποκρισία. Γι’ αυτό μας τρομοκρατούν. Αν τα πράγματα πάνε καλά τότε απέδωσαν τα μέτρα τους. Αν δεν πάνε καλά φταίμε εμείς οι απείθαρχοι.

Ψυχραιμία φίλοι μου. Η νόσος δεν είναι θανατηφόρα. Δεν είναι τουλάχιστον περισσότερο θανατηφόρα από τη γρίπη με την οποία συνηθίσαμε να ζούμε ακούγοντας ότι ήδη έχουμε περισσότερους από 100 νεκρούς φέτος. Γίνεται θανατηφόρα όταν βρει μπροστά της ανθρώπους εξασθενημένους. Ανθρώπους με σοβαρά προβλήματα υγείας, πολύ ηλικιωμένους, έτοιμους να λυγίσουν σε κάθε χτύπημα, ακόμη και μικρό. Θα πουν κάποιοι ότι πεθαίνουν και νέοι. Αν δεν έχουν κάποιο πρόβλημα είναι ελάχιστοι. Ηρεμήστε. Το πρόβλημα είναι ότι μεταδίδεται γρήγορα όπως η φωτιά στα ξερά χόρτα και μπορεί να χρειαστεί να ζητήσουμε βοήθεια μαζικά από ένα σύστημα που τώρα προσπαθούμε να στήσουμε στα πόδια του. Χρόνο να κερδίσουμε. Τους αδύναμους να προστατεύσουμε. Αγάπη να δείξουμε. Ο απέναντι δεν είναι ο εχθρός μας είναι αυτός που μας εμπιστεύεται να μην τον βλάψουμε. Ας το δούμε ως δοκιμασία αγάπης και όχι ως αιτία απομόνωσης. Όλοι μαζί θα το περάσουμε, χωρίς φόβο. Δεν κινδυνεύουμε γιατί είμαστε πιο δυνατοί από τον ιό. Ότι κάνουμε το κάνουμε από αγάπη γι’ αυτούς που έχουν προβλήματα αλλά η επιστήμη μέχρι στιγμής τους κρατάει στα πόδια τους και ο κορονοϊός έρχεται να τους γκρεμίσει. Ας σταθούμε δίπλα σε όσους το χρειάζονται, εμείς οι δυνατοί. Να εμψυχώσουμε, να στηρίξουμε, να προστατεύσουμε. Δε φταίμε. Δεν είμαστε υπεύθυνοι. Αυτοί που θα έπρεπε να μας ζητήσουν συγγνώμη μας κατηγορούν από πάνω. Να είμαστε εδώ για όσους το χρειάζονται. Θα νικήσουμε τον ιό αρκεί να μην πεθάνουμε από φόβο. Ας είμαστε κοντά. Ας θυμηθούμε τους στίχους κάποιου ποιητή:

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας,...
κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μια φορά;
είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;

πηγή: http://www.cardiodoctor.gr/category/arthra-coronavirus/

domine quo vadis

Σύμφωνα με μια αρχαία χριστιανική παράδοση που σώζεται στο απόκρυφο βιβλίο των Πράξεων του Πέτρου, όταν ξέσπασε ο φοβερός διωγμός του Νέρωνα στη Ρώμη, οι χριστιανοί έπεισαν τον Απόστολο Πέτρο να φύγει για να διασώσει τη ζωή του που θα ήταν πολύτιμη για την Εκκλησία. Λίγο έξω από την πύλη της πόλης που σήμερα είναι αφιερωμένη στον Άγιο Σεβαστιανό, πάνω στην Αππία οδό, βλέπει θαμπά μια φιγούρα να πλησιάζει για να μπει στη Ρώμη. Η θέα τον συνταράσσει γιατί είναι Αυτός που Σταυρώθηκε για τη σωτηρία μας, ο ίδιος ο Χριστός. Συγκλονισμένος τον ρωτά: Domine quo vadis? –(Κύριε που πηγαίνεις;)- κι Εκείνος του απαντά: «Rōmam eō iterum crucifīgī» («Πηγαίνω στη Ρώμη για να σταυρωθώ για δεύτερη φορά»). Η απάντηση αυτή συγκλονίζει τον πιστό μαθητή που αντιλαμβάνεται το θέλημα του Κυρίου του και αλλάζει κατεύθυνση γυρίζοντας στη Ρώμη όπου και σταυρώνεται για να γίνει η θυσία του πολυτιμότερη της ζωής ενός φυγά. Στο σημείο που η παράδοση τοποθέτησε τη συνάντηση, βρίσκεται σήμερα ένα εκκλησάκι στην ανηφόρα που οδηγεί στις κατακόμβες του αγίου Καλλίστου. Η προτροπή σε θυσία δεν είναι κάτι το πρωτοφανέρωτο στο γεγονός που περιγράφηκε. Η προτροπή του Χριστού προς τους μαθητές του γνωστή: «ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων» (Ιω.10,11) (ο καλός βοσκός θυσιάζει τη ζωή του για τα πρόβατά του).

Θυμήθηκα αυτή την αρχαία παράδοση όταν έλαβα με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο την προτροπή του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών να παραμείνουμε στα ιατρεία μας για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα των ασθενών μας, μια που τα νοσοκομεία είναι πλέον επικίνδυνα για όσους έχουν άλλα εκτός της λοίμωξης με κορονοϊό προβλήματα αλλά και διότι δε μπορούν να αντιμετωπίσουν άλλα περιστατικά, καθώς όλο το βάρος έχει πέσει στη μάχη κατά της πανδημίας. Και σας διαβεβαιώνω ότι δεν έχει τίποτα ηρωικό το να κάνεις αυτό το οποίο αποφάσισες στη ζωή σου ως λειτούργημα και αποστολή. Το ιατρείο είναι ανοιχτό για όσους το χρειάζονται, όχι πια ως δυνατότητα βιοπορισμού αλλά ως ανάγκη αυτοί που σου εμπιστεύθηκαν τη ζωή τους να γνωρίζουν ότι είσαι εκεί για τα προβλήματά τους. Τα βιολογικά αλλά και ψυχολογικά τους προβλήματα. Και όχι μόνο η αυτοπρόσωπη παρουσία αλλά και η 24ωρη ανταπόκριση σε κάθε τηλεφωνική κλήση. Αυτές τις ημέρες το τηλέφωνο χτυπάει συνεχώς, τόσο συχνά ώστε κάποιες φορές που οι κλήσεις είναι ταυτόχρονες να αναγκάζομαι να τηλεφωνώ εγώ σε αυτούς που δε μπόρεσα να απαντήσω. Τις περισσότερες φορές οι άνθρωποι θέλουν να επιβεβαιώσουν ότι είσαι εκεί γι’ αυτούς. Ότι όταν σε χρειαστούν θα σπεύσεις σε βοήθειά τους. Ρωτούν για το πόσο κινδυνεύουν και περιμένουν να τους μιλήσεις ζεστά, με αγάπη και να τους ενθαρρύνεις. Να τους δείξεις μέσα στο σκοτάδι ένα φως. Να τους διαβεβαιώσεις ότι όλα θα πάνε καλά. Και μου κάνει εντύπωση που παίρνουν και άγνωστοι ασθενείς ενθαρρυμένοι από κάποιους δικούς μου ασθενείς για να μιλήσουν. Ξέρω ότι πολλούς από αυτούς δε θα τους δω ποτέ όταν επανέλθουμε στην κανονικότητα αλλά δε με πειράζει καθόλου. Έχω ορκιστεί ότι θα είμαι εκεί για όλους όσοι με χρειαστούν. Κάποιο ηλικιωμένοι φοβούνται να βγουν, πάω και τους βρίσκω στο σπίτι, τους δίνω τις συνταγές των φαρμάκων τους, λέω και μια ενθαρρυντική κουβέντα. Αυτές τις ημέρες χειροκροτούμε τους υγειονομικούς που πολλές φορές κατηγορούσαμε στο παρελθόν και θα τους ξανακατηγορήσουμε πάλι γιατί δεν ήσαν πολλές φορές άδικες οι κατηγορίες μας. Δεν είναι ήρωες, κάνουν αυτό το οποίο επέλεξαν να κάνουν στη ζωή τους όπως και οι οδηγοί των αστικών συγκοινωνιών, οι υπάλληλοι στα σούπερ μάρκετ και τα βενζινάδικα. «Έκαστος εφ’ ω ετάχθη».

Και τις ατέλειωτες ώρες που περιμένω κάποιον να έρθει στο ιατρείο σκέφτομαι: Αυτή την περίοδο οι χριστιανοί χρειάζονται την παρουσία της Εκκλησίας τους, το γνώριμο χώρο του ενοριακού ναού, το χαμόγελο του ιερέα, δυο λόγια παρηγοριάς, τη Θεία Κοινωνία «εἰς ἴασιν ψυχῆς καὶ σώματος». Και πολλές φορές βρίσκουν τους ιερούς ναούς κλειστούς μια που τα ωράρια λειτουργίας τους έχουν συρρικνωθεί, τους ιερείς στα σπίτια τους να υλοποιούν το «Μένω στο σπίτι», τη Θεία Ευχαριστία εικόνα στην τηλεόραση σε μια Θεία Λειτουργία-παράσταση. Θα πείτε από αγάπη για να προστατεύσουμε τους πιστούς. Σωστά. Αλλά μέχρι και τα καταστήματα για ζώα ανοίγουν για το κοινό για να προμηθευτούν οι ιδιοκτήτες τους τροφές. Σκεπτόμαστε τα ζώα πιο πολύ από τους ανθρώπους. Ή για την ακρίβεια την ψυχή των ανθρώπων γιατί για τα σώματα τα εξυπηρετούν τα σούπερ μάρκετ που λειτουργούν με διευρυμένο ωράριο και τις Κυριακές. Ο άνθρωπος όμως έχει και ψυχή και αυτή έχει τις ανάγκες της. Δε θα παραβιάζονταν οι κανόνες υγιεινής αν οι ναοί ήσαν ανοικτοί όλο το 24ωρο, αν κάποιος εφημέριος ή ψάλτης στο αναλόγιο διάβαζε τους Ψαλμούς ή κομμάτια της Αγίας Γραφής, αν τελούνταν στο ναό συνεχώς παρακλήσεις υπέρ της απαλλαγής από την πληγή της νόσου ώστε οι διερχόμενοι και πάντα μέσα στα πλαίσια των υγειονομικών κανόνων πιστοί, να κοντοστέκουν για λίγα λεπτά και να προσθέτουν την προσευχή τους στη κοινή προσευχή. Δε θα παραβιαζόταν κανένας κανόνας αν τελείτο η Θεία Λειτουργία με τόσους πιστούς όσους δικαιούνται να βρίσκονται σε ένα σούπερ μάρκετ. Και κάποιοι να βρίσκονται απ’ έξω. Τα κινητά τηλέφωνα των ιερέων να είναι στη διάθεση όλων των πιστών σε 24ωρη βάση για συμπαράσταση και βοήθεια. Οι επισκέψεις στους έχοντες ανάγκη να πυκνώσουν. Η  πίστη δεν είναι αξεσουάρ για τις εποχές της ευμάρειας. Είναι όπλο για τις δύσκολες στιγμές. Δε μπορεί ο λειτουργός να εξαφανίζεται με τη δικαιολογία της προστασίας του εαυτού του και των άλλων. Να το κάνει αλλά χωρίς να εγκαταλείπει την αποστολή του. Αισθάνομαι ντροπή να λέω τέτοια πράγματα. Δεν είμαι ο κατάλληλος να υποδεικνύω. Μου δίνει μικρό θάρρος για να πω αυτά που σκέπτομαι το ότι τα γράφω από το ιατρείο μου περιμένοντας κάποιον να πάρει τηλέφωνο ή να χτυπήσει την πόρτα. Και θα περιμένω όσο έχω τη δύναμη και την υγεία μου.

Αυτά γράφει κάποιος ιατρός «ελευθεροεπαγγελματίας» καθόλου ήρωας από όσο ξέρω. Τον ευχαριστώ γιατί μου τις εμπιστεύθηκε.

πηγή: http://www.cardiodoctor.gr/category/arthra-coronavirus/

iconstand

Ένας μοναχός ετοίμασε μία εικόνα του Αγίου Νικολάου, για να την δώσει ευλογία σε κάποιον. Την τύλιξε με καλό χαρτί και την έβαλε σε ένα ντουλάπι, μέχρι να την δώσει. Αλλά χωρίς να το προσέξει, την έβαλε ανάποδα. Σε λίγο άρχισε να ακούγεται μέσα στο δωμάτιο ένας κρότος. Κοίταζε ο μοναχός από δω, απο κεί, να δει από πού ερχόταν αυτός ο κρότος… «τακ-τακ-τακ»· δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Τελικά όταν πήγε κοντά στο ντουλάπι, κατάλαβε ότι ο κρότος έβγαινε από εκεί. Το ανοίγει και βλέπει ότι ο κρότος έβγαινε από την εικόνα. «Τι να έχει η εικόνα; λέει· για να δώ». Μόλις την ξετύλιξε, είδε πως ήταν ανάποδα. Την έστησε όρθια και αμέσως σταμάτησε ο κρότος! 
Ο ευλαβής ιδιαίτερα ευλαβείται τις εικόνες. Και όταν λέμε «ευλαβείται τις εικόνες», εννοούμε ότι ευλαβείται το εικονιζόμενο πρόσωπο. Όταν έχει κανείς μια φωτογραφία του πατέρα του, της μάνας του, του παππού του, της γιαγιάς του, του αδελφού του, δεν μπορεί να την σχίσει ή να την πατήσει, πόσο μάλλον μια εικόνα!
Οι Ιεχωβάδες δεν έχουν εικόνες. Την τιμή που αποδίδουμε στις εικόνες την θεωρούν ειδωλολατρία.
Είπα σε έναν Ιεχωβά μια φορά: «Εσείς δεν έχετε φωτογραφίες στα σπίτια σας;».
«Έχουμε», μου λέει.
«Έ, καλά, η μάνα, όταν το παιδί της λείπει μακριά, δεν φιλάει την φωτογραφία του παιδιού της;».
«Την φιλάει», μου λέει.
«Το χαρτί φιλάει ή το παιδί της;».
«Το παιδί της», μου λέει.
«Έ, όπως εκείνη, όταν φιλάει την φωτογραφία του παιδιού της, του λέω, φιλάει το παιδί της και όχι το χαρτί, έτσι και εμείς τον Χριστό φιλούμε· δεν φιλούμε το χαρτί ή το σανίδι».

Αγίου Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου (Λόγοι Β’)