«ἀπ’ τὴ Φάτνη ὡς τὸ Σταυρό μπόρεσα κι ἐγὼ νὰ βρῶ τ’ ἄυλο Φῶς π’ ἀναζητᾶτε»

(Γ. Βερίτη)

 

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΓΙΑ τὴν Ἐκκλησία μας εἶναι γιορτή, γιατὶ κάθε μέρα τιμᾶται ἡ μνήμη ἑνὸς ἢ περισσοτέρων Ἁγίων. Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία μεταβάλλει τὸ ἡμερολόγιο σὲ ἑορτολόγιο. Παίρνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ βιολογικὴ καὶ φθαρτὴ κατάσταση καὶ τὸν ἀνεβάζει στὴν πνευματικὴ καὶ ἄφθαρτη πραγματικότητα, μεταμορφώνοντας τὴν κάθε μέρα σὲ γιορτή καὶ συνδέοντάς την μὲ τὴν Αἰώνια Ἡμέρα καὶ τὴν πανήγυρι τῶν «ἀπογεγραμμένων ἐν οὐρανοῖς» (Ἑβρ. 12, 23)! Μεγάλοι σταθμοὶ τῆς πίστεώς μας εἶναι τὰ γεγονότα τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως, οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές, μὲ ἀποκορύφωμα τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, τὴν «μητρόπολιν τῶν ἑορτῶν» κατὰ τοὺς Πατέρες, καὶ τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα, «τὴν πανήγυριν τῶν πανηγύρεων». Ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς τοὺς δύο πόλους κινεῖται ἡ ζωὴ καὶ ἡ πνευματικότητά μας. Καὶ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὶς ἑορτὲς αὐτὲς καὶ τὰ τελούμενα στὸ ναὸ τὸ βαθὺ πνευματικὸ νόημα καὶ τὶς μεγάλες ἀλήθειες τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας μας. Γίνονται οἱ σταθμοὶ τοῦ πνευματικοῦ ἀνεφοδιασμοῦ καὶ τῆς ἐσωτερικῆς ἀνανέωσής μας. Γιατὶ «βίος ἀνεόρταστος, μακρὰ ὁδὸς ἀπανδόχευτος», ζωὴ χωρὶς ἑορτὲς εἶναι σὰν ταξίδι χωρὶς πανδοχεῖο ξεκούρασης.

Τὸ σημαντικότερο ὅμως εἶναι ὅτι στὶς ἑορτὲς τῆς πίστεώς μας δὲν θυμόμαστε ἁπλὰ τὰ γεγονότα τῆς Θείας Οἰκονομίας ὡς ἱστορικὰ περιστατικά. Μέσω τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας τὰ βιώνουμε ὅλα ὡς σημερινὲς πραγματικότητες! Εἶναι ξεκάθαρη καὶ ἡ διδασκαλία καὶ ἡ σχετικὴ ὑμνολογία: «Σήμερον ὁ Χριστός... γεννᾶται ἐκ Παρθένου», «Σήμερον τῶν ὑδάτων, ἁγιάζεται ἡ φύσις...», «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου...», «Παράδοξα σήμερον... ὅτε τὸ Πνεῦμα κατῆλθε τὸ Ἅγιον...».

Τὰ γεγονότα βέβαια συνέβησαν μία φορά, ἀλλὰ ἡ ἀξία τους εἶναι διαχρονική. Δὲν ἀφοροῦσαν μόνο τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ἀλλὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους κάθε ἐποχῆς καὶ κάθε τόπου. Ἀκόμα κι ἂν δὲν πᾶμε ποτὲ στοὺς Ἁγίους Τόπους, ἡ Ἐνανθρώπηση, ἡ Σταυρικὴ Θυσία, ἡ Ἀνάσταση, ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου καὶ ἡ Πεντηκοστή, ὅπως τὰ βιώνουμε στὴν Ἐκκλησία, ἔχουν καὶ γιὰ μᾶς ὑπαρξιακὴ εὐεργεσία. Πηγάζουν καὶ γιὰ μᾶς τὴν ἴδια χάρη, ὅπως τότε γιὰ ἐκείνους μπροστὰ στὰ μάτια τῶν ὁποίων ἔγιναν.

Ὁ Θεὸς εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ χρόνο καὶ τὸ χῶρο. Γι’ Αὐτὸν ὅλα εἶναι ἕνα αἰώνιο «παρόν». «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13, 8). Οἱ ἑορτὲς μᾶς εἰσάγουν σ’ αὐτὴν τὴν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ ὅπου ἡ Ἐκκλησία ζεῖ τὰ πάντα «σήμερον»! Κατὰ συνέπεια, κι ἐμεῖς, ὅπως κι ἐκεῖνοι τότε, τοποθετούμαστε ἀπέναντι σ’ αὐτὰ τὰ γεγονότα μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ τὴν ἴδια βαρύτητα: Ἡ ἀδιαφορία, ἡ ἐχθρότητα, ἡ ὑστεροβουλία ἡ ἀγάπη, ἡ ἀφοσίωση, ἡ ἀνιδιοτέλεια καὶ ἡ αὐταπάρνησή μας, ἀποτελοῦν τὴ δική μας ἀνταπόκριση στὶς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ!

Οἱ ἑορτὲς τῆς Ὀρθοδοξίας ἀποτελοῦν γιὰ αἰῶνες τὸ κέντρο τῆς ζωῆς τοῦ λαοῦ μας, ὁ ὁποῖος ἐξέφρασε τὴ γνήσια θρησκευτικότητά του καὶ μὲ πλῆθος παραδόσεων συνδεδεμένων μὲ τὰ λυτρωτικὰ γεγονότα. Στὴν ἐνορία μας διατηροῦμε καὶ ἀναδεικνύουμε αὐτὲς τὶς παραδόσεις ποὺ κρύβουν πίσω ἀπὸ τὸ συμβολισμό τους βαθὺ θεολογικὸ περιεχόμενο. Ἔτσι, μετὰ τὴν Πρωτοχρονιάτικη Θεία Λειτουργία εὐλογεῖται καὶ διανέμεται ἡ Βασιλόπιτα. Τὰ Θεοφάνεια τελεῖται στὸ προαύλιο ὁ Μέγας Ἁγιασμός. Τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας γίνεται ἡ περιφορὰ τῶν εἰκόνων καὶ τὴν Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, μετὰ τὴν τελετή, διανέμονται κλάδοι δενδρολίβανου.

Τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων εὐλογοῦνται καὶ διανέμονται κλάδοι δάφνης. Τὴ Μεγάλη Πέμπτη, μετὰ τὴν Ἀκολουθία τῶν Παθῶν γίνεται ὁ στολισμὸς τοῦ Ἐπιταφίου καὶ τὴ Μεγάλη Παρασκευή, μετὰ τὰ Ἐγκώμια, ἡ καθιερωμένη περιφορά του στοὺς δρόμους τῆς ἐνορίας μας. Τὸ Μεγάλο Σάββατο μοιράζονται τὰ ἄνθη τοῦ Ἐπιταφίου. Ἡ τελετὴ τῆς Ἀναστάσεως γίνεται στὴν εἰδικὴ ἐξέδρα καὶ στὸ τέλος τῆς ἀναστάσιμης Λειτουργίας διανέμονται τὰ πασχαλινὰ κόκκινα αὐγὰ ὅπως καὶ στὸν Ἑσπερινὸ τῆς Ἀγάπης. Στὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως εὐλογοῦνται καὶ διανέμονται τὰ πρῶτα σταφύλια καὶ στὴν ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ διανέμονται κλάδοι βασιλικοῦ.