«...ἁγίαν εὐάρεστον τῷ Θεῷ, τὴν λογικὴν λατρείαν ὑμῶν»
(Ρωμ. 12, 1)

Ἡ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ, μὲ τὸ πλούσιο περιεχόμενό της καὶ τὶς πολλὲς ἐκδηλώσειςτης, τὸν πιὸ ἀσφαλὴ ὁδηγὸ καὶ στὴν ἰδιωτικὴ προσευχὴ τῶν πιστῶν. Μᾶς μαθαίνει νὰ προσευχόμαστε μὲ τὸν καλύτερο τρόπο. Μὲ τὸν τρόπο ποὺ προσευχήθηκαν οἱ ὅσιοι καὶ οἱ ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν ἤ χρησιμοποίησαν τὶς ἴδιες αὐτὲς προσευχές. Δημιουργεῖται ἔτσι ἕνα θαυμάσιο φαινόμενο! Μιὰ ἱερὴ ἁλυσίδα προσευχῆς. Ἕνα αἰώνιο σχολεῖο προσευχῆς, ὅπου μαθήτευσαν ἀναρίθμητοι πιστοί. Μετέχοντας στὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μπαίνουμε στὴν κοινωνία τῶν προσευχομένων ἀνθρώπων. Δὲν εἴμαστε μόνοι. Εἴμαστε κύτταρα τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ!
Συγκεντρωνόμαστε νὰ προσευχηθοῦμε γι’ αὐτοὺς ποὺ ἀγαπᾶμε, γιὰ τὸν ἀγῶνα ἐναντίον τῶν ἐλαττωμάτων, γιὰ κάποια οἰκογενειακὴ ἤ προσωπικὴ δυσκολία, γιὰ τοὺς ἱεροὺς πόθους τῆς ψυχῆς μας. Εἶναι παρατηρημὲνο ὅτι ὅσοι δὲν ἐκκλησιάζονται, οὔτε καὶ μόνοι τους προσεύχονται. Ἀντίθετα, ἡ παρουσία τῶν ἄλλων πιστῶν, οἱ Ἀκολουθίες καὶ γενικὰ τὸ περιβάλλον τοῦ ναοῦ, μᾶς διδάσκουν τὸν καλύτερο τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο μποροῦμε καὶ ἐμεῖς νὰ ἐπικοινωνοῦμε μὲ τὸν Δημιουργό. Γι’ αὐτὸν τὸ λόγο ἡ Ἐκκλησία μας, ἀπὸ πολὺ νωρίς, ὀργάνωσε τὴ λειτουργικὴ καὶ λατρευτική της ζωὴ γιὰ τὸν ἐξαγιασμὸ τοῦ χρόνου, ποὺ γίνεται καὶ μέσο ἐξαγιασμοῦ τοῦ κάθε πιστοῦ.

Ἔτσι, τὸ Ἔτος στολίζεται μὲ τὶς ἑορτὲς τῶν Ἁγίων, τὶς μεγάλες Δεσποτικὲς καὶ Θεομητορικὲς ἑορτὲς καὶ τὶς περιόδους νηστείας καὶ προσευχῆς ποὺ τὶς περιβάλλουν.
Ἡ Ἑβδομάδα εἶναι κι αὐτὴ χρόνος λατρείας τοῦ Θεοῦ, μὲ ἀφετηρία καὶ τέρμα τὴν Κυριακή, ποὺ εἶναι ἀφιερωμένη στὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὴν ἔνδοξη Ἀνάστασή Του. Τὴ Δευτέρα τιμῶνται οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι, οἱ φύλακες καὶ βοηθοί μας, καὶ ἰδιαίτερα οἱ Ἀρχάγγελοι Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ. Τὴν Τρίτη τιμᾶται ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος καὶ Βαπτιστής. Τὴν Τετάρτη τιμᾶται καὶ προσκυνεῖται ὁ Τίμιος καὶ Ζωοποιὸς Σταυρὸς τοῦ Κυρίου μας καὶ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος. Τὴν Πέμπτη τιμῶνται οἱ ἅγιοι καὶ ἔνδοξοι Ἀπόστολοι καὶ ὁ ἅγιος Νικόλαος, ἐπίσκοπος Μύρων τῆς Λυκίας. Τὴν Παρασκευή, ἡμέρα τῆς Σταυρικῆς Θυσίας τοῦ Κυρίου μας, τιμᾶται πάλι καὶ προσκυνεῖται ὁ Πανάγιος Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος. Τὸ Σάββατο τιμῶνται ὅλοι οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ Ἅγιοι καὶ προσευχόμαστε γιὰ τὴν ἀνάπαυση τῶν ψυχῶν ὅλων τῶν «ἐν πίστει κεκοιμημένων πατέρων καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν». Ἔτσι, ἡ ἑβδομαδιαία πνευματική μας ζωὴ κινεῖται ἀνάμεσα σὲ δύο Κυριακές, αὐτὴ ποὺ πέρασε κι αὐτὴ ποὺ ἔρχεται, καὶ διαπνέεται ἀπὸ τὴ βαθιὰ νοσταλγία τῆς συμμετοχῆς στὸ Κυριακάτικο Μυστικὸ Δεῖπνο.

Ἡ Ἡμέρα τέλος εἶναι κι αὐτὴ στολισμένη μὲ τὸ στεφάνι ὀκτὼ ἱερῶν Ἀκολουθιῶν: τοῦ Ὄρθρου, τῶν Ὡρῶν (Α’, Γ’, ΣΤ’ καὶ Θ’), τοῦ Ἑσπερινοῦ, τοῦ Ἀποδείπνου καὶ τοῦ Μεσονυκτικοῦ, ποὺ καλύπτουν ὅλο τὸ ἡμερονύκτιο.Ἡ κύρια καθημερινὴ λατρευτικὴ φροντίδα μας εἶναι ἡ εὐλαβὴς τέλεση τῶν Ἀκολουθιῶν τοῦ Ὄρθρου καὶ τοῦ Ἑσπερινοῦ. Εἶναι ἡ πρωινὴ καὶ ἀπογευματινὴ προσευχὴ τῆς Ἐνορίας. Ὁ Ὄρθρος εἶναι ἡ εὐχαριστία γιὰ τὴν καινούργια ἡμέρα ποὺ ἀνατέλλει καὶ ἡ παράκληση ὁ Κύριος, μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ τιμωμένου ἁγίου, νὰ μᾶς συντροφεύει καὶ νὰ μᾶς προστατεύει σ’ αὐτήν τὴν καινούργια μέρα, νὰ τὴν ἀναδείξει «ἁγίαν, εἰρηνικὴν καὶ ἀναμάρτητον». Ἀντίστοιχα ὁ Ἑσπερινὸς εἶναι ἡ εὐχαριστία γιὰ τὴν ἡμέρα ποὺ πέρασε καὶ ἡ παράκληση γιὰ τὴν ἐπερχόμενη νύχτα. Εὐχαριστοῦμε τὸν Κύριο ποὺ μᾶς προστάτευσε, Τὸν παρακαλοῦμε νὰ συγχωρέσει τὰ λάθη μας καὶ δεόμαστε: «Καταξίωσον, Κύριε, ἐν τῇ ἑσπέρα ταύτῃ, ἀναμαρτήτους φυλαχθῆναι ἡμᾶς».

Ἡ Ἐκκλησία προσεύχεται γιὰ τοὺς ἐνορίτες καὶ ὅλους τοὺς πιστοὺς ὅπως ἡ μάνα γιὰ τὰ παιδιά της. Καὶ κάθε μέρα θέτει ὑπὸ τὴν προστασία καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Κυρίου «ἅπασαν τὴν κτίσιν» μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι κύριος τοῦ κόσμου καὶ τῆς ἱστορίας εἶναι μόνο ὁ Κύριος!
 

«τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν»
(Λουκ. 22, 19).

ΚΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΜΑ τῆς Λατρείας τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ Θεία Λειτουργία, ποὺ τελεῖται στὴ μνήμη τῶν Ἁγίων καὶ στὶς μεγάλες Δεσποτικὲς καὶ Θεομητορικὲς ἑορτές. Ἐξαιρετικὰ δὲ κάθε Κυριακὴ σὲ ἀνάμνηση τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι στὴν οὐσία ἡ τέλεση τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας καὶ στὴ συνέχεια ἡ μετοχὴ τῶν πιστῶν στὴ Θεία Κοινωνία.

Ἡ Θεία Λειτουργία μὲ τὶς δεήσεις, τοὺς ὕμνους, τὰ ἀναγνώσματα, τὸ κήρυγμα, τὶς εὐχές, τὸν ἀσπασμὸ τῆς εἰρήνης, τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως, τὴν προσφορὰ τῶν ἁγίων Δώρων, τὰ λόγια τῆς συστάσεως καὶ τοῦ καθαγιασμοῦ καὶ τὴ μετάληψη τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου, μᾶς ἀνεβάζει σταδιακὰ ἀπὸ τὰ ἐφήμερα στὰ αἰώνια, ἀπὸ τὰ ὑλικὰ στὰ πνευματικά, ἀπὸ τὰ φθαρτὰ στὰ ἄφθαρτα. Ὅπως οἱ πιστοὶ τῆς ἐποχῆς τῶν μαρτύρων καὶ τῶν ἀποστολικῶν χρόνων, ἔτσι κι ἐμεῖς σήμερα βιώνουμε τὴν παρουσία τοῦ Ἐσταυρωμένου καὶ Ἀναστημένου Χριστοῦ μὲ τὴ βεβαιότητα ὅτι «ὁ Χριστὸς (εἶναι) ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν»!

Μὲ τὸν βαθὺ συμβολισμό της, δὲν ἀποτελεῖ μόνο ἀνάμνηση τῆς ζωῆς καὶ τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ σημερινὴ πραγματικότητα, γιατὶ ὁ Χριστὸς ἑνώνεται μαζί μας καὶ μετέχουμε στὴ μυστικὴ ζωή Του. Λέει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων:
«μεταλαμβάνοντες σώματος καὶ αἵματος Χριστοῦ, σύσσωμοι καὶ σύναιμοι αὐτοῦ καὶ Χριστοφόροι γινόμεθα...καὶ θείας κοινωνοὶ φύσεως γινόμεθα» (Κατ. μυστ. 4, 3, PG 33, 1100). Κοινωνοῦμε «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, εἰς συγχώρησιν πλημμελημάτων, εἰς Πνεύματος Ἁγίου κοινωνίαν, εἰς βασιλείας οὐρανῶν κληρονομίαν» (Λειτουργία Χρυσοστόμου).

Ὁ συχνὸς ἐκκλησιασμὸς ἀναβλύζει χάρη θεϊκὴ γιὰ τὸν πιστό. Δέν «πᾶμε στὴν Ἐκκλησία ν’ ἀκούσουμε τή Λειτουργία..» ὅπως συχνὰ λέγεται. Εἴμαστε ἡ Ἐκκλησία καὶ συγκεντρωνόμαστε νὰ συλλειτουργήσουμε, νὰ βρεθοῦμε «ἐπὶ τὸ αὐτὸ» οἱ πιστοὶ καὶ ὁ Κύριος, σύμφωνα μὲ τὴ διαβεβαίωσή Του ὅτι «οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. 18, 20)!

Ὁ τακτικὸς ἐκκλησιασμὸς δὲν ἀποτελεῖ γιὰ τὸν πιστὸ μιὰ ἁπλὴ συνήθεια, ἕνα τυπικὸ θρησκευτικὸ καθῆκον, μιὰ κοινωνικὴ ὑποχρέωση ἢ ἔστω μιὰ ψυχολογικὴ διέξοδο ἀπὸ τὸν ἀσφυκτικὸ κλοιὸ τῆς καθημερινότητας. Ἀντίθετα, μὲ τὴν προσέλευσή του στὸ ναὸ ἐκφράζει μιὰ ὑπαρξιακή του ἀνάγκη. Τὴν ἀνάγκη νὰ ζήσει ἀληθινά, αὐθεντικά. Νὰ συναντήσει τὴν Πηγὴ τῆς ζωῆς του, τὸν Δημιουργό του, καὶ νὰ ἑνωθεῖ μαζί Του. Νὰ ἐκφράσει τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὐλάβειά του στὴν Παναγία μας καὶ στοὺς Ἁγίους, τοὺς φίλους τοῦ Θεοῦ. Νὰ νιώσει δίπλα του τοὺς πνευματικούς του ἀδελφούς.

Τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μεταλαμβάνει στὴ Θεία Λειτουργία, τοῦ χαρίζουν αὐτὴν τὴν πληρότητα, τὸν κάνουν νὰ αἰσθάνεται «συμπολίτης τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖος τοῦ Θεοῦ». Ἔτσι, ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὸ ναὸ μὲ τὴ δύναμη ν’ ἀντιμετωπίσει σύμφωνα μὲ τὸ θεῖο θέλημα καὶ μὲ τὴν προοπτικὴ τῆς αἰώνιας ζωῆς τὴ φθαρτότητα τοῦ καθημερινοῦ του βίου.

Στὸ Ναό μας τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία κάθε Κυριακή, ὅπου συλλειτουργοῦν ὅλοι οἱ ἐφημέριοι τοῦ Ναοῦ. Ἐπίσης, τελεῖται κάθε Σάββατο καὶ στὶς μνῆμες τῶν κυριωτέρων Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, σύμφωνα μὲ τὸ πρόγραμμα. Τὶς παραμονὲς τῶν μεγάλων ἑορτῶν τοῦ Πάσχα καὶ τῶν Χριστουγέννων τελοῦμε τὴ Θεία Λειτουργία εἰδικὰ γιὰ τοὺς μαθητὲς τῶν σχολείων τῆς ἐνορίας μας.

Συχνὰ ἔχουμε τὴ χαρὰ νὰ ἔχουμε κοντά μας ἱερουργοῦντα καὶ κηρύττοντα τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας κ. Συμεών. Κάποιες δὲ φορές, ὅπως στὴ φετινή μας πανήγυρη, τὴν ἰδιαίτερη χαρὰ καὶ εὐλογία τῆς παρουσίας ἀρχιερέως ἄλλης ἐπαρχίας, ὅπου τελεῖται ἀρχιερατικὸ συλλείτουργο!

 

ΣΥΧΝΑ Ο ΚΥΡΙΟΣ «ἦν διανυκτερεύων ἐν τῇ προσευχῇ τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 6, 12). Μέσα στὴ σιωπή, συντροφιὰ μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα, κοντὰ στὸν ὁποῖο δὲν ἔνιωθε ποτὲ μόνος. Ἡ νύχτα καθιερώθηκε ἀπ’ τὸν Κύριο, ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἀνάπαυση τοῦ ὕπνου, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ ζωὴ τῆς προσευχῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ προέτρεψε στὴ διδασκαλία του: «ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε» (Μάρκ. 13, 33), «ἀγρυπνεῖτε, ἐν παντὶ καιρῷ δεόμενοι» (Λουκ. 21, 36). Κι οἱ πιστοί, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Κυρίου, ἄρχισαν ν’ ἀγρυπνοῦν, ἀνάβοντας τὰ λυχνάρια τῆς προσευχῆς καὶ περιμένοντας τὸν ἐρχόμενο Κύριο σὰν τὶς φρόνιμες παρθένες.

Τὴν ὄμορφη αὐτὴ συνήθεια καὶ πρακτικὴ ποὺ καθιερώθηκε στὴ ζωὴ τῶν μοναστηριῶν, μιμούμαστε κι ἐμεῖς ὁρισμένες φορὲς μέσα στὸ λειτουργικὸ χρόνο, τελώντας Ἱερὴ Ἀγρυπνία στὴ μνὴμη κάποιων Ἁγίων. Ἔχει καὶ πρακτικὴ σημασία, καθὼς οἱ μνῆμες τῶν περισσοτέρων Ἁγίων εἶναι ἐργάσιμες καὶ ὄχι ἀργίες. Ἔτσι, ἡ ἀγρυπνία ἀποτελεῖ μοναδικὴ εὐκαιρία γιὰ τοὺς ἐργαζομένους νὰ συμμετέχουν στὴ γιορτὴ καὶ στὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας.

«ἀπ’ τὴ Φάτνη ὡς τὸ Σταυρό μπόρεσα κι ἐγὼ νὰ βρῶ τ’ ἄυλο Φῶς π’ ἀναζητᾶτε»

(Γ. Βερίτη)

 

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΓΙΑ τὴν Ἐκκλησία μας εἶναι γιορτή, γιατὶ κάθε μέρα τιμᾶται ἡ μνήμη ἑνὸς ἢ περισσοτέρων Ἁγίων. Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία μεταβάλλει τὸ ἡμερολόγιο σὲ ἑορτολόγιο. Παίρνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ βιολογικὴ καὶ φθαρτὴ κατάσταση καὶ τὸν ἀνεβάζει στὴν πνευματικὴ καὶ ἄφθαρτη πραγματικότητα, μεταμορφώνοντας τὴν κάθε μέρα σὲ γιορτή καὶ συνδέοντάς την μὲ τὴν Αἰώνια Ἡμέρα καὶ τὴν πανήγυρι τῶν «ἀπογεγραμμένων ἐν οὐρανοῖς» (Ἑβρ. 12, 23)! Μεγάλοι σταθμοὶ τῆς πίστεώς μας εἶναι τὰ γεγονότα τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως, οἱ Δεσποτικὲς Ἑορτές, μὲ ἀποκορύφωμα τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, τὴν «μητρόπολιν τῶν ἑορτῶν» κατὰ τοὺς Πατέρες, καὶ τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα, «τὴν πανήγυριν τῶν πανηγύρεων». Ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς τοὺς δύο πόλους κινεῖται ἡ ζωὴ καὶ ἡ πνευματικότητά μας. Καὶ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὶς ἑορτὲς αὐτὲς καὶ τὰ τελούμενα στὸ ναὸ τὸ βαθὺ πνευματικὸ νόημα καὶ τὶς μεγάλες ἀλήθειες τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας μας. Γίνονται οἱ σταθμοὶ τοῦ πνευματικοῦ ἀνεφοδιασμοῦ καὶ τῆς ἐσωτερικῆς ἀνανέωσής μας. Γιατὶ «βίος ἀνεόρταστος, μακρὰ ὁδὸς ἀπανδόχευτος», ζωὴ χωρὶς ἑορτὲς εἶναι σὰν ταξίδι χωρὶς πανδοχεῖο ξεκούρασης.

Τὸ σημαντικότερο ὅμως εἶναι ὅτι στὶς ἑορτὲς τῆς πίστεώς μας δὲν θυμόμαστε ἁπλὰ τὰ γεγονότα τῆς Θείας Οἰκονομίας ὡς ἱστορικὰ περιστατικά. Μέσω τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας τὰ βιώνουμε ὅλα ὡς σημερινὲς πραγματικότητες! Εἶναι ξεκάθαρη καὶ ἡ διδασκαλία καὶ ἡ σχετικὴ ὑμνολογία: «Σήμερον ὁ Χριστός... γεννᾶται ἐκ Παρθένου», «Σήμερον τῶν ὑδάτων, ἁγιάζεται ἡ φύσις...», «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου...», «Παράδοξα σήμερον... ὅτε τὸ Πνεῦμα κατῆλθε τὸ Ἅγιον...».

Τὰ γεγονότα βέβαια συνέβησαν μία φορά, ἀλλὰ ἡ ἀξία τους εἶναι διαχρονική. Δὲν ἀφοροῦσαν μόνο τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ἀλλὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους κάθε ἐποχῆς καὶ κάθε τόπου. Ἀκόμα κι ἂν δὲν πᾶμε ποτὲ στοὺς Ἁγίους Τόπους, ἡ Ἐνανθρώπηση, ἡ Σταυρικὴ Θυσία, ἡ Ἀνάσταση, ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου καὶ ἡ Πεντηκοστή, ὅπως τὰ βιώνουμε στὴν Ἐκκλησία, ἔχουν καὶ γιὰ μᾶς ὑπαρξιακὴ εὐεργεσία. Πηγάζουν καὶ γιὰ μᾶς τὴν ἴδια χάρη, ὅπως τότε γιὰ ἐκείνους μπροστὰ στὰ μάτια τῶν ὁποίων ἔγιναν.

Ὁ Θεὸς εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸ χρόνο καὶ τὸ χῶρο. Γι’ Αὐτὸν ὅλα εἶναι ἕνα αἰώνιο «παρόν». «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13, 8). Οἱ ἑορτὲς μᾶς εἰσάγουν σ’ αὐτὴν τὴν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ ὅπου ἡ Ἐκκλησία ζεῖ τὰ πάντα «σήμερον»! Κατὰ συνέπεια, κι ἐμεῖς, ὅπως κι ἐκεῖνοι τότε, τοποθετούμαστε ἀπέναντι σ’ αὐτὰ τὰ γεγονότα μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ τὴν ἴδια βαρύτητα: Ἡ ἀδιαφορία, ἡ ἐχθρότητα, ἡ ὑστεροβουλία ἡ ἀγάπη, ἡ ἀφοσίωση, ἡ ἀνιδιοτέλεια καὶ ἡ αὐταπάρνησή μας, ἀποτελοῦν τὴ δική μας ἀνταπόκριση στὶς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ!

Οἱ ἑορτὲς τῆς Ὀρθοδοξίας ἀποτελοῦν γιὰ αἰῶνες τὸ κέντρο τῆς ζωῆς τοῦ λαοῦ μας, ὁ ὁποῖος ἐξέφρασε τὴ γνήσια θρησκευτικότητά του καὶ μὲ πλῆθος παραδόσεων συνδεδεμένων μὲ τὰ λυτρωτικὰ γεγονότα. Στὴν ἐνορία μας διατηροῦμε καὶ ἀναδεικνύουμε αὐτὲς τὶς παραδόσεις ποὺ κρύβουν πίσω ἀπὸ τὸ συμβολισμό τους βαθὺ θεολογικὸ περιεχόμενο. Ἔτσι, μετὰ τὴν Πρωτοχρονιάτικη Θεία Λειτουργία εὐλογεῖται καὶ διανέμεται ἡ Βασιλόπιτα. Τὰ Θεοφάνεια τελεῖται στὸ προαύλιο ὁ Μέγας Ἁγιασμός. Τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας γίνεται ἡ περιφορὰ τῶν εἰκόνων καὶ τὴν Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, μετὰ τὴν τελετή, διανέμονται κλάδοι δενδρολίβανου.

Τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων εὐλογοῦνται καὶ διανέμονται κλάδοι δάφνης. Τὴ Μεγάλη Πέμπτη, μετὰ τὴν Ἀκολουθία τῶν Παθῶν γίνεται ὁ στολισμὸς τοῦ Ἐπιταφίου καὶ τὴ Μεγάλη Παρασκευή, μετὰ τὰ Ἐγκώμια, ἡ καθιερωμένη περιφορά του στοὺς δρόμους τῆς ἐνορίας μας. Τὸ Μεγάλο Σάββατο μοιράζονται τὰ ἄνθη τοῦ Ἐπιταφίου. Ἡ τελετὴ τῆς Ἀναστάσεως γίνεται στὴν εἰδικὴ ἐξέδρα καὶ στὸ τέλος τῆς ἀναστάσιμης Λειτουργίας διανέμονται τὰ πασχαλινὰ κόκκινα αὐγὰ ὅπως καὶ στὸν Ἑσπερινὸ τῆς Ἀγάπης. Στὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως εὐλογοῦνται καὶ διανέμονται τὰ πρῶτα σταφύλια καὶ στὴν ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ διανέμονται κλάδοι βασιλικοῦ.

«ἀλλὰ προσεληλύθατε Σιὼν ὄρει... πανηγύρει καὶ ἐκκλησίᾳ πρωτοτόκων»
(Ἑβρ. 12, 22-23)

 

ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΓΙΟΡΤΗ ΓΙΑ τὴν Ἐνορία μας μέσα στὸ ἐκκλησιαστικὸ ἔτος εἶναι ἡ Πανήγυρις τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ μας ποὺ γίνεται κάθε χρόνο στὶς 7 Ἰουλίου. Εἶναι τὸ γεγονὸς τῆς χρονιᾶς. Οἱ προετοιμασίες μας ξεκινοῦν πολλὲς ἡμέρες ἐνωρίτερα. Εὐλαβεῖς ἐνορίτισσες βοηθοῦν ἐθελοντικὰ στὸν καθαρισμὸ καὶ τὴν εὐπρέπεια τοῦ Ναοῦ καὶ τοῦ περιβόλλου. Στέλνονται ἐπιστολὲς καὶ ἀφίσες σὲ ὅλους τοὺς Ναοὺς τῆς Μητροπόλεώς μας ἀλλὰ καὶ σὲ Ναοὺς τῶν γειτονικῶν Μητροπόλεων τοῦ Πειραιᾶ καὶ τῆς Γλυφάδας. Προσκαλοῦνται οἱ τοπικὲς ἀρχές καὶ οἱ Φιλαρμονικὲς τῶν Σωμάτων. Γίνονται ἀνακοινώσεις ἀπὸ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ραδιοφωνικοὺς σταθμοὺς καὶ ἀπὸ διάφορους διαδικτυακοὺς τόπους. Τὶς ἑόρτιες ἐκδηλώσεις λαμπρύνει μὲ τὴν παρουσία του ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας Νέας Σμύρνης κ. Συμεών. Συχνὰ δὲ προσκαλεῖ καὶ ἀρχιερεὶς ἄλλων ἐπαρχιῶν ὅπως προαναφέραμε. Ἔτσι, ἡ Πανήγυρις ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη λαμπρότητα καὶ ἐπισημότητα. Κάνει ἰδιαίτερη ἐντύπωση τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐνῶ ἡ Πανήγυρις εἶναι τὸ καλοκαίρι, εἶναι ὑπερβολικὰ μεγάλο τὸ πλῆθος τῶν ἐνοριτῶν καὶ τῶν προσκυνητῶν ποὺ προσέρχονται γιὰ νὰ προσκυνήσουν καὶ νὰ λάβουν μέρος στὶς Ἀκολουθίες. Αὐτὸ φανερώνει τὴ βαθιὰ εὐλάβεια τοῦ λαοῦ μας πρὸς τὴν Ἁγία, τὴν ὁποία ἐπικαλοῦνται ὡς προστάτιδα.

Οἱ ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις ἀκολουθοῦν τὸ καθιερωμένο πρόγραμμα. Αὐτὸ περιλαμβάνει τὸν Πανηγυρικὸ Ἑσπερινὸ τὴν παραμονὴ τῆς Ἑορτῆς, τὴν πρωινὴ ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία καὶ τὸ ἀπόγευμα τῆς κύριας ἡμέρας τὸν Μεθέορτο Ἑσπερινὸ μὲ τὴν Πάνδημη Λιτανεία τῆς εἰκόνας. Στὴ λιτανευτικὴ πομπὴ συμμετέχουν συνήθως δύο Φιλαρμονικὲς ποὺ δίνουν τὸ ρυθμὸ τῆς πορείας, πολλοὶ ἱερεῖς ἀπὸ τὶς γειτονικὲς ἐνορίες, τὰ παιδιὰ τῶν Κατηχητικῶν μας μὲ τὶς ὁμοιόμορφες στολές τους καὶ πλῆθος κόσμου. Ἦταν μεγάλη χαρὰ καὶ ἰδιαίτερη εὐλογία ποὺ ἀξιωθήκαμε κάποιες φορὲς νὰ φιλοξενήσουμε λείψανα Ἁγίων. Ἔτσι, στὴν πανήγυρη τοῦ 2011 φιλοξενήσαμε στὸ Ναὸ τὴν Τιμία Κάρα τῆς Ἁγίας Κυριακῆς ποὺ φυλάσσεται στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ταξιαρχῶν Αἰγίου ἀπὸ τὸ 1450, ὅπου τὴ μετέφεραν οἱ Παλαιολόγοι ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Στὴν πανήγυρη τοῦ 2013 φιλοξενήσαμε τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ τοῦ ἰατροῦ, ἀρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως τῆς Κριμαίας, ποὺ φυλάσσονται στὴν Ἱερὰ Μονὴ Μεταμορφώσεως Σωτῆρος Σαγματά.

Ἡ λιτάνευση τῆς εἰκόνος μέσα στοὺς δρόμους τῆς πόλης μας, ἐκτὸς τοῦ ὅτι μεταφέρει τὴν εὐλογία τῆς Ἁγίας στοὺς χώρους ποὺ ζοῦμε καὶ ἐργαζόμαστε, κρύβει κι ἕναν βαθύτατο συμβολισμό. Φανερώνει τὴ μαρτυρικὴ ἀλλὰ καὶ θριαμβευτικὴ πορεία τῆς ζωῆς μας ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ μὲ ὁδηγὸ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸ παράδειγμα καὶ τὴ συμπαράσταση τῶν Ἁγίων μας, περνᾶ μέσα ἀπὸ τοὺς δρόμους αὐτῆς τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ καταλήξει στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.