ΣΥΧΝΑ Ο ΚΥΡΙΟΣ «ἦν διανυκτερεύων ἐν τῇ προσευχῇ τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 6, 12). Μέσα στὴ σιωπή, συντροφιὰ μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα, κοντὰ στὸν ὁποῖο δὲν ἔνιωθε ποτὲ μόνος. Ἡ νύχτα καθιερώθηκε ἀπ’ τὸν Κύριο, ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἀνάπαυση τοῦ ὕπνου, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ ζωὴ τῆς προσευχῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ προέτρεψε στὴ διδασκαλία του: «ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε» (Μάρκ. 13, 33), «ἀγρυπνεῖτε, ἐν παντὶ καιρῷ δεόμενοι» (Λουκ. 21, 36). Κι οἱ πιστοί, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Κυρίου, ἄρχισαν ν’ ἀγρυπνοῦν, ἀνάβοντας τὰ λυχνάρια τῆς προσευχῆς καὶ περιμένοντας τὸν ἐρχόμενο Κύριο σὰν τὶς φρόνιμες παρθένες.

Τὴν ὄμορφη αὐτὴ συνήθεια καὶ πρακτικὴ ποὺ καθιερώθηκε στὴ ζωὴ τῶν μοναστηριῶν, μιμούμαστε κι ἐμεῖς ὁρισμένες φορὲς μέσα στὸ λειτουργικὸ χρόνο, τελώντας Ἱερὴ Ἀγρυπνία στὴ μνὴμη κάποιων Ἁγίων. Ἔχει καὶ πρακτικὴ σημασία, καθὼς οἱ μνῆμες τῶν περισσοτέρων Ἁγίων εἶναι ἐργάσιμες καὶ ὄχι ἀργίες. Ἔτσι, ἡ ἀγρυπνία ἀποτελεῖ μοναδικὴ εὐκαιρία γιὰ τοὺς ἐργαζομένους νὰ συμμετέχουν στὴ γιορτὴ καὶ στὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας.